κανδηλιέρι
το, ουσ.
(ναυτ.) λυχνοστάτης, ορθοστάτης, βάση στήριξης λυχναριού.
Ετυμολογία
< ιταλ. candeliero.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανδηλιέρι», σ. 399. https://navalhistory.gr/lexiko/κανδηλιερι/