φροντιστής
ο, ουσ.
- (γενικότ.) αυτός που φροντίζει για κάτι ή για κάποιον, που επιμελείται ή που διαχειρίζεται έναν χώρο ευθύνης, ο επιμελητής, ο διαχειριστής, ο έφορος, ο επιστάτης, ο προστάτης
- (ναυτ.) α) παλαιότερος τίτλος οικονομικού αξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό [σήμερα «πλωτάρχης οικονομικός»], β) αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού επιφορτισμένος με την τροφοδοσία του πληρώματος και των επιβατών του πλοίου, συνών. τροφοδότης
- (στρατ.) τίτλος οικονομικού αξιωματικού διάφορων όπλων ή σωμάτων
- μέλος του πληρώματος αεροπλάνου με καθήκοντα ευθύνης την τροφοδοσία των αναγκαίων για την κάλυψη των επιβατών
- υπάλληλος θεάτρου αρμόδιος για την προμήθεια και φύλαξη των χρηστικών αντικειμένων του χώρου και της παράστασης
- ο ιδιοκτήτης ή ο καθηγητής ενός φροντιστηρίου εκπαίδευσης.
Ετυμολογία
< μτγν. φροντιστής [= διαχειριστής οίκου].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φροντιστής», σσ. 898-899. https://navalhistory.gr/lexiko/φροντιστησ/