navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φροντιστής

φροντιστής

ο, ουσ.

  1. (γενικότ.) αυτός που φροντίζει για κάτι ή για κάποιον, που επιμελείται ή που διαχειρίζεται έναν χώρο ευθύνης, ο επιμελητής, ο διαχειριστής, ο έφορος, ο επιστάτης, ο προστάτης
  2. (ναυτ.) α) παλαιότερος τίτλος οικονομικού αξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό [σήμερα «πλωτάρχης οικονομικός»], β) αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού επιφορτισμένος με την τροφοδοσία του πληρώματος και των επιβατών του πλοίου, συνών. τροφοδότης
  3. (στρατ.) τίτλος οικονομικού αξιωματικού διάφορων όπλων ή σωμάτων
  4. μέλος του πληρώματος αεροπλάνου με καθήκοντα ευθύνης την τροφοδοσία των αναγκαίων για την κάλυψη των επιβατών
  5. υπάλληλος θεάτρου αρμόδιος για την προμήθεια και φύλαξη των χρηστικών αντικειμένων του χώρου και της παράστασης
  6. ο ιδιοκτήτης ή ο καθηγητής ενός φροντιστηρίου εκπαίδευσης.

Ετυμολογία

< μτγν. φροντιστής [= διαχειριστής οίκου].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φροντιστής», σσ. 898-899. https://navalhistory.gr/lexiko/φροντιστησ/