πρόμετρο
το, ουσ.
(ναυτ.) το ακραίο τμήμα του σχοινιού, υπολογίσιμο ως ίσο με το μήκος του πλοίου, με σκοπό τη χρηστική του αξιοποίηση στη λειτουργία του δρομόμετρου, ενός παλαιότερου οργάνου που μετρούσε την ταχύτητα του πλοίου, αντίστοιχο σήμερα με το ταχύμετρο [κοντέρ] των οχημάτων.
Ετυμολογία
< προ + μέτρο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόμετρο», σ. 702. https://navalhistory.gr/lexiko/προμετρο/