μανκάρω
ρ. [αμετβ.]
- (μετεωρ.) κοπάζω
- (ναυτ.) δεν πετυχαίνω το στόχο μου, αποτυγχάνω
- λείπω, λιγοστεύω, υποχωρώ.
Ετυμολογία
< ιταλ. mancare.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μανκάρω», σ. 500. https://navalhistory.gr/lexiko/μανκαρω/