navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μανκάρω

μανκάρω

ρ. [αμετβ.]

  1. (μετεωρ.) κοπάζω
  2. (ναυτ.) δεν πετυχαίνω το στόχο μου, αποτυγχάνω
  3. λείπω, λιγοστεύω, υποχωρώ.

Ετυμολογία

< ιταλ. mancare.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μανκάρω», σ. 500. https://navalhistory.gr/lexiko/μανκαρω/