navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντούκι

ντούκι

το, ουσ. [πληθ. ντούκια]

(ναυτ.) σπείρες, κουλούρες σκοινιού ή συρματόσκοινου.

Ετυμολογία

< βενετ. ducia.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντούκι», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουκι/