αποβάθρα
η, ουσ.
- χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος, σε σταθμούς και λιμάνια, για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών καθώς και για τη φόρτωση ή εκφόρτωση εμπορευμάτων
- (ναυτ.) α) είδος σκάλας πλοίου που επιτρέπει τη διέλευση των επιβατών, β) «κατά την αποβάθρα» (Alongside) μέθοδος διάλυσης, πεπαλαιωμένου σκάφους και ανακύκλωσης των υλικών του, προσεγγίζοντάς το κατά μήκος της αποβάθρας του ναυπηγείου και ξεκινώντας τις εργασίες αποδόμησης από ψηλά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποβάθρα < ἀπό + βάθρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποβάθρα», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/αποβαθρα/