navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ολκός

ολκός

ο, ουσ.

  1. χαραγματιά που σχηματίζεται σε λεία επιφάνεια από τη χρήση αιχμηρού και σκληρού οργάνου
  2. η έλξη αντικειμένου προς μία κατεύθυνση
  3. (τεχνολ.) μηχάνημα που χρησιμοποιείται για ανέλκυση των πλοίων στην ξηρά
  4. (τεχνολ.) εξάρτημα σε μηχανή μετατροπής μεταλλικών ράβδων σε σύρμα
  5. [πληθ.], (ναυτ.) οι ολκοί: α) οι δοκοί της ναυπηγικής κλίνης οι οποίοι συμβάλλουν στην καθέλκυση ή ανέλκυση του πλοίου, κοινώς: βάζια, β) βοηθητικά σχοινιά που χρησιμοποιούνται για τη στροφή των ιστίων, γ) σύσπαστο που χρησιμοποιείται για το στρίψιμο του φορτωτήρα (μπίγα) δεξιά ή αριστερά.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁλκός < ἕλκω [= τραβώ, σύρω, σέρνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκός», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκοσ/