ολκός
ο, ουσ.
- χαραγματιά που σχηματίζεται σε λεία επιφάνεια από τη χρήση αιχμηρού και σκληρού οργάνου
- η έλξη αντικειμένου προς μία κατεύθυνση
- (τεχνολ.) μηχάνημα που χρησιμοποιείται για ανέλκυση των πλοίων στην ξηρά
- (τεχνολ.) εξάρτημα σε μηχανή μετατροπής μεταλλικών ράβδων σε σύρμα
- [πληθ.], (ναυτ.) οι ολκοί: α) οι δοκοί της ναυπηγικής κλίνης οι οποίοι συμβάλλουν στην καθέλκυση ή ανέλκυση του πλοίου, κοινώς: βάζια, β) βοηθητικά σχοινιά που χρησιμοποιούνται για τη στροφή των ιστίων, γ) σύσπαστο που χρησιμοποιείται για το στρίψιμο του φορτωτήρα (μπίγα) δεξιά ή αριστερά.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁλκός < ἕλκω [= τραβώ, σύρω, σέρνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ολκός», σ. 601. https://navalhistory.gr/lexiko/ολκοσ/