δόλωνας
ο, ουσ.

- (σπάνιο) μαχαίρι κρυμμένο μέσα σε θηκάρι, στιλέτο
- (ναυτ.) (συνήθως πληθ.) «δόλωνες», δεύτερα τετράγωνα ιστία πάνω από το κατάστρωμα των μεγάλων ιστιοφόρων που στερεώνονται σε εγκάρσιες κεραίες, γάμπιες
- (μυθολ.) *Δόλωνας, γιος του κήρυκα Τρώα Ευμήδη
- (αστρον.) ο αστεροειδής 7815 Δόλων (Dolon), ανακαλύφθηκε το 1987, πήρε το όνομά του από τον μυθικό κατάσκοπο.
Ετυμολογία
< μτγν. δόλων < αρχ. δόλος.
Μυθολογια
Ο γρήγορος Δόλωνας, αποδέχθηκε το σχέδιο του Έκτορα να μεταμφιεστεί σε λύκο και να εισχωρήσει στο στρατόπεδο των Αχαιών για να κατασκοπεύσει. Η αμοιβή του θα ήταν το άρμα και τα θεϊκά άλογα του Αχιλλέα. Έγινε όμως αντιληπτός από τον Οδυσσέα και τον Διομήδη ο οποίος τον σκότωσε αφού πρώτα τον ανάγκασε να αποκαλύψει τη στρατιωτική διάταξη των Τρώων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόλωνας», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δολωνασ/