υφαλόχρωμα
το, ουσ.

(ναυτ.) χρώμα ειδικής σύνθεσης και εξαιρετικής αντοχής, με το οποίο βάφονται τα ύφαλα των μεταλλικών, πλαστικών ή ξύλινων σκαφών καθώς και οι σημαντήρες, για να προστατεύονται από τη διάβρωση, την προσκόλληση οστρακοειδών και χόρτων, το χρώμα μοράβια [δες λ.].
Ετυμολογία
< ύφαλ(ος) -ο- + χρώμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υφαλόχρωμα», σ. 879. https://navalhistory.gr/lexiko/υφαλοχρωμα/