navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρτάνη

αρτάνη

η, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) ιμάντας ή σχοινί που είναι κατάλληλος για την ανύψωση βάρους (π.χ. της λέμβου), συνών. σαμπάνι, περιλάβειο, β) είδος αναβατορίου
  2. το δερμάτινο λουρί της πρόσδεσης αναβολέα σε άλογο
  3. ελαφρύ αλλά πολύ ισχυρό νάιλον σχοινί που αρχικά χρησιμοποιήθηκε στα αλεξίπτωτα του Αμερικανικού στρατού κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια ευρύτερα στη διαστημική, στην ορειβασία κ.α.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀρτάνη < ἀρτάω [= 1. εξαρτώ ή κρεμώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο, 2. δένω σε θηλιά].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρτάνη», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτανη/