αρτάνη
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) ιμάντας ή σχοινί που είναι κατάλληλος για την ανύψωση βάρους (π.χ. της λέμβου), συνών. σαμπάνι, περιλάβειο, β) είδος αναβατορίου
- το δερμάτινο λουρί της πρόσδεσης αναβολέα σε άλογο
- ελαφρύ αλλά πολύ ισχυρό νάιλον σχοινί που αρχικά χρησιμοποιήθηκε στα αλεξίπτωτα του Αμερικανικού στρατού κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια ευρύτερα στη διαστημική, στην ορειβασία κ.α.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀρτάνη < ἀρτάω [= 1. εξαρτώ ή κρεμώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο, 2. δένω σε θηλιά].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρτάνη», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτανη/