παρασκευαστήριο
το, ουσ.
- χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για παρασκευή, κυρίως, ή επεξεργασία τροφίμων ή αντικειμένων
- (ναυτ.) συνεργείο σε ναύσταθμο για κατασκευή ή επισκευή ή συντήρηση ή κατεργασία ναυτιλιακών εξαρτημάτων.
Ετυμολογία
< παρασκευάζω + -τήριο [παραγωγική κατάλ. ουδ. ουσ. που δηλώνει τόπο ή όργανο, αντικείμενο, συσκευή κ.λπ. π.χ. (εκπαιδεύω) εκπαιδευτήριο, (σιδερώνω) σιδερωτήριο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρασκευαστήριο», σ. 635. https://navalhistory.gr/lexiko/παρασκευαστηριο/