navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρασκευαστήριο

παρασκευαστήριο

το, ουσ.

  1. χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για παρασκευή, κυρίως, ή επεξεργασία τροφίμων ή αντικειμένων
  2. (ναυτ.) συνεργείο σε ναύσταθμο για κατασκευή ή επισκευή ή συντήρηση ή κατεργασία ναυτιλιακών εξαρτημάτων.

Ετυμολογία

< παρασκευάζω + -τήριο [παραγωγική κατάλ. ουδ. ουσ. που δηλώνει τόπο ή όργανο, αντικείμενο, συσκευή κ.λπ. π.χ. (εκπαιδεύω) εκπαιδευτήριο, (σιδερώνω) σιδερωτήριο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρασκευαστήριο», σ. 635. https://navalhistory.gr/lexiko/παρασκευαστηριο/