καρτίνι
το, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
(ναυτ.) καθένα από τα τεταρτημόρια στα οποία υποδιαιρούνται οι 32 ρόμβοι του ανεμολογίου της ναυτικής πυξίδας και αντιστοιχεί με τόξο 2°, 48', 45", αλλιώς τεταρτορρόμβιο, (λογοτ.) «Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει / Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη / κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι, / πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι…», Νίκος Καββαδίας.
Ετυμολογία
< βενετ. quartin < ιταλ. quartino < μσν. λατιν. quartinum < quartum [= τέταρτο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρτίνι», σ. 411. https://navalhistory.gr/lexiko/καρτινι/