κάργα
επίρρ. ή επίθ.
- μέχρι επάνω, τόσο που δε χωράει άλλο, γεμάτο ως το λαιμό
- σε μεγάλο αριθμό
- πολύ σφιχτά, δυνατά
- (ναυτ.) διαταγή για ένταση στην κωπηλασία.
Ετυμολογία
< μσν. κάργα < βενετ. carga [= γεμάτο όπλο, φορτίο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάργα», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καργα/