σαλ(α)μάστρα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- (ναυτ.) σχοινένιο πλέγμα πλοίων
- πλεκτάνη
- (αισθητ.) πλεξούδα μαλλιών
- μονωτικό υλικό από ίνες [π.χ. βαμβακιού] που χρησιμοποιείται ως τσιμούχα [φλάντζα ή αλλιώς παρέμβυσμα] για μόνωση ή στεγανοποίηση αξόνων, αντλιών ή πηδαλίων, στουπί.
Ετυμολογία
< ιταλ. salmastra, από συμφυρμό των ναυτικών όρων sagola [= είδος σχοινιού] + mastra / maestra [= το μεγάλο πανί, η μαΐστρα - μεγίστη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλ(α)μάστρα», σ. 741. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλαμαστρα/