navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαλ(α)μάστρα

σαλ(α)μάστρα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. (ναυτ.) σχοινένιο πλέγμα πλοίων
  2. πλεκτάνη
  3. (αισθητ.) πλεξούδα μαλλιών
  4. μονωτικό υλικό από ίνες [π.χ. βαμβακιού] που χρησιμοποιείται ως τσιμούχα [φλάντζα ή αλλιώς παρέμβυσμα] για μόνωση ή στεγανοποίηση αξόνων, αντλιών ή πηδαλίων, στουπί.

Ετυμολογία

< ιταλ. salmastra, από συμφυρμό των ναυτικών όρων sagola [= είδος σχοινιού] + mastra / maestra [= το μεγάλο πανί, η μαΐστρα - μεγίστη].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλ(α)μάστρα», σ. 741. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλαμαστρα/