navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καραντίνα

καραντίνα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (ιατρ.) α) υγειονομική κάθαρση, β) απομόνωση μεγάλης ομάδας ατόμων από το γενικότερο πληθυσμό εξαιτίας κάποιας μεταδοτικής επικίνδυνης αρρώστιας
  2. (ναυτ.) διεθνές σήμα σε πλοίο που βρίσκεται σε υγειονομικό περιορισμό
  3. (μτφ.) απομάκρυνση κάποιου από το κοινωνικό σύνολο.

Ετυμολογία

< ιταλ. quarantina και quarantena [= σαραντάδα] [περίοδος απομόνωσης σαράντα ημερών σε πληρώματα σκαφών τον μεσαίωνα] < quaranta [= σαράντα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραντίνα», σ. 407. https://navalhistory.gr/lexiko/καραντινα/