καραντίνα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (ιατρ.) α) υγειονομική κάθαρση, β) απομόνωση μεγάλης ομάδας ατόμων από το γενικότερο πληθυσμό εξαιτίας κάποιας μεταδοτικής επικίνδυνης αρρώστιας
- (ναυτ.) διεθνές σήμα σε πλοίο που βρίσκεται σε υγειονομικό περιορισμό
- (μτφ.) απομάκρυνση κάποιου από το κοινωνικό σύνολο.
Ετυμολογία
< ιταλ. quarantina και quarantena [= σαραντάδα] [περίοδος απομόνωσης σαράντα ημερών σε πληρώματα σκαφών τον μεσαίωνα] < quaranta [= σαράντα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραντίνα», σ. 407. https://navalhistory.gr/lexiko/καραντινα/