φρακτή
Και: φραχτή
η, ουσ. [πληθ. φρακτές]
(ναυτ.) διαχωριστικό υδατοστεγές διάφραγμα μεταξύ των εσωτερικών διαμερισμάτων των σκαφών, συνών. μπουλμές, (φρ.) «φρακτή διαμήκης / εγκάρσια / υπερκατασκευών / συγκρούσεως / μηχανοστασίου / αντλιοστασίου / υδατοστεγή / κλιμακωτή / μόνιμη / μερική / προσωρινή / πυρίμαχη».
Ετυμολογία
θηλ. του μτγν. επιθ. φρακτός [= περιφραγμένος] < αρχ. φράσσω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρακτή και φραχτή», σ. 897. https://navalhistory.gr/lexiko/φρακτη-και-φραχτη/