navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμβόλαιο

εμβόλαιο

το, ουσ.

  1. εργαλείο τορνευτών και σαγματοποιών που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση του κατεργαζόμενου αντικειμένου
  2. ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος του οποίου το σχήμα παίρνουν τα μεταλλικά κομμάτια που κάμπτονται πάνω του
  3. (ναυτ.) [ιδιωματισμός] ξύλινο κωνικό σουβλί για να ανοίγονται ή να συνδέονται θηλιές σε δύο σχοινιά, κοινώς μουρέλο [λαϊκ.] ή γάσα.

Ετυμολογία

< μσν. εμβόλαιον < αρχ. ἔμβολον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβόλαιο», σ. 264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβολαιο/