εμβόλαιο
το, ουσ.
- εργαλείο τορνευτών και σαγματοποιών που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση του κατεργαζόμενου αντικειμένου
- ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος του οποίου το σχήμα παίρνουν τα μεταλλικά κομμάτια που κάμπτονται πάνω του
- (ναυτ.) [ιδιωματισμός] ξύλινο κωνικό σουβλί για να ανοίγονται ή να συνδέονται θηλιές σε δύο σχοινιά, κοινώς μουρέλο [λαϊκ.] ή γάσα.
Ετυμολογία
< μσν. εμβόλαιον < αρχ. ἔμβολον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβόλαιο», σ. 264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβολαιο/