navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λόβος

λόβος

ο, ουσ.

(ναυτ.) μηχανισμός για την αλλαγή της πορείας του πλοίου.

Ετυμολογία

< γαλλ. lof, ή

ή < ισπ. lof, ή

ή < παλαιό αγγλ. lof.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λόβος», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λοβοσ/