navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίχτυ

δίχτυ

το, ουσ. [γεν. διχτυού]

  1. (ναυτ.) πλέγμα από πετονιά ή σύρμα κατάλληλο για ψάρεμα, συνών. πλεμάτι, βρόχι, γρίπος, βολκός, μανός, νταλιάνι, τράτα, φιλές
  2. (συνεκδ.) οτιδήποτε θυμίζει πλέγμα
  3. (μτφ.) παγίδα, πλεκτάνη
  4. είδος δικτυωτής τσάντας.

Ετυμολογία

< μσν. δίκτυ < αρχ. δίκτυον.

Παράγωγα

διχτυάζω, διχτυάρης, διχτυωτός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίχτυ», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχτυ/