δίχτυ
το, ουσ. [γεν. διχτυού]
- (ναυτ.) πλέγμα από πετονιά ή σύρμα κατάλληλο για ψάρεμα, συνών. πλεμάτι, βρόχι, γρίπος, βολκός, μανός, νταλιάνι, τράτα, φιλές
- (συνεκδ.) οτιδήποτε θυμίζει πλέγμα
- (μτφ.) παγίδα, πλεκτάνη
- είδος δικτυωτής τσάντας.
Ετυμολογία
< μσν. δίκτυ < αρχ. δίκτυον.
Παράγωγα
διχτυάζω, διχτυάρης, διχτυωτός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίχτυ», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχτυ/