δικλίδα
η, ουσ.
- (τεχνολ.) βαλβίδα που ρυθμίζει τη ροή υγρών ή αερίων σωμάτων και δεν επιτρέπει την αντιστροφή της πορείας τους, (φρ.) «δικλίδα αναρρόφησης / ασφαλείας / ειδοποίησης κινδύνου»,
- καθετί που διασφαλίζει από κινδύνους και δυσάρεστες καταστάσεις
- (ναυτ.) δίφυλλη πορτούλα μπουκαπόρτας πλοίου, συνήθως, τα δύο φύλλα της κανονιοθυρίδας σε παλαιό ξύλινο πολεμικό σκάφος.
Ετυμολογία
< αρχ. δικλίς, γεν. δικλίδος [= αυτή που έχει δύο φύλλα, σανίδες, για πόρτες και πύλες] < δι- (< δις) + -κλις < κλίνω.
Επιρρήματα
εσφαλμένη η γραφή στη λ. δικλείδα με -ει-.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικλίδα», σσ. 223-224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικλιδα/