navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δικλίδα

δικλίδα

η, ουσ.

  1. (τεχνολ.) βαλβίδα που ρυθμίζει τη ροή υγρών ή αερίων σωμάτων και δεν επιτρέπει την αντιστροφή της πορείας τους, (φρ.) «δικλίδα αναρρόφησης / ασφαλείας / ειδοποίησης κινδύνου»,
  2. καθετί που διασφαλίζει από κινδύνους και δυσάρεστες καταστάσεις
  3. (ναυτ.) δίφυλλη πορτούλα μπουκαπόρτας πλοίου, συνήθως, τα δύο φύλλα της κανονιοθυρίδας σε παλαιό ξύλινο πολεμικό σκάφος.

Ετυμολογία

< αρχ. δικλίς, γεν. δικλίδος [= αυτή που έχει δύο φύλλα, σανίδες, για πόρτες και πύλες] < δι- (< δις) + -κλις < κλίνω.

Επιρρήματα

εσφαλμένη η γραφή στη λ. δικλείδα με -ει-.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικλίδα», σσ. 223-224. https://navalhistory.gr/lexiko/δικλιδα/