ανεμοδούρα
η, [χωρίς γεν. πληθ.] και ανεμοδούρι, το, και ανεμούριο, το, ουσ.
- (ναυτ.) α) σημαιάκι στην κορυφή του ιστού ή κορδέλες ραμμένες πάνω στα πανιά που φανερώνουν τη διεύθυνση του ανέμου, β) ανεμοδείκτης, ανεμούριο
- (μετεωρ.) ανεμοστρόβιλος που πνέει με σφοδρότητα και χωρίς σταθερή κατεύθυνση πάνω από στεριά ή θάλασσα
- (συνεκδ.) τόπος εκτεθειμένος από όλες τις πλευρές στους δυνατούς ανέμους
- (μτφ.) άνθρωπος καιροσκόπος, επειδή αλλάζει εύκολα γνώμη και αποφάσεις, σύμφωνα πάντοτε με το συμφέρον του.
Ετυμολογία
< μσν. άνεμοδούριον < άνεμος + -δορά < δέρω / δέρνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοδούρα», σ. 88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοδουρα/