navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανεμοδούρα

ανεμοδούρα

η, [χωρίς γεν. πληθ.] και ανεμοδούρι, το, και ανεμούριο, το, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) σημαιάκι στην κορυφή του ιστού ή κορδέλες ραμμένες πάνω στα πανιά που φανερώνουν τη διεύθυνση του ανέμου, β) ανεμοδείκτης, ανεμούριο
  2. (μετεωρ.) ανεμοστρόβιλος που πνέει με σφοδρότητα και χωρίς σταθερή κατεύθυνση πάνω από στεριά ή θάλασσα
  3. (συνεκδ.) τόπος εκτεθειμένος από όλες τις πλευρές στους δυνατούς ανέμους
  4. (μτφ.) άνθρωπος καιροσκόπος, επειδή αλλάζει εύκολα γνώμη και αποφάσεις, σύμφωνα πάντοτε με το συμφέρον του.

Ετυμολογία

< μσν. άνεμοδούριον < άνεμος + -δορά < δέρω / δέρνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοδούρα», σ. 88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοδουρα/