navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συνάγω

συνάγω

ρ. [μετβ.]

  1. συγκεντρώνω, συνάζω
  2. καταλήγω σε συμπέρασμα
  3. (ναυτ.) παίρνω τα μπόσικα.

Ετυμολογία

< αρχ. συνάγω.

Παράγωγα

συναγωγή, σύναγμα, σύναξη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνάγω», σ. 800. https://navalhistory.gr/lexiko/συναγω/