συνάγω
ρ. [μετβ.]
- συγκεντρώνω, συνάζω
- καταλήγω σε συμπέρασμα
- (ναυτ.) παίρνω τα μπόσικα.
Ετυμολογία
< αρχ. συνάγω.
Παράγωγα
συναγωγή, σύναγμα, σύναξη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνάγω», σ. 800. https://navalhistory.gr/lexiko/συναγω/