ξεσαβουρώνω
Και: ξεσαβουριάζω
ρ. [μετβ.]
- (ναυτ.) αφαιρώ έρμα [δηλ. το πρόσθετο βάρος που τοποθετείται σε πλοίο ή αερόστατο για να αποκαθιστά την ισορροπία, την ευστάθεια, αλλιώς: σαβούρα], συνών. αφερματίζω, καθαρίζω, αδειάζω, αντών. φορτώνω
- (στρατ.) αφαιρώ υποβρύχιο εμπόδιο από θαλάσσια ή λιμναία ή ποτάμια περιοχή
- απαλλάσσω κάποιο αντικείμενο από περιττό βάρος
- απομακρύνω χαλίκια από επιφάνεια.
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + σαβουρώνω + -μα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεσαβουρώνω και ξεσαβουριάζω», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεσαβουρωνω-και-ξεσαβουριαζω/