navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξεσαβουρώνω και ξεσαβουριάζω

ξεσαβουρώνω

Και: ξεσαβουριάζω

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) αφαιρώ έρμα [δηλ. το πρόσθετο βάρος που τοποθετείται σε πλοίο ή αερόστατο για να αποκαθιστά την ισορροπία, την ευστάθεια, αλλιώς: σαβούρα], συνών. αφερματίζω, καθαρίζω, αδειάζω, αντών. φορτώνω
  2. (στρατ.) αφαιρώ υποβρύχιο εμπόδιο από θαλάσσια ή λιμναία ή ποτάμια περιοχή
  3. απαλλάσσω κάποιο αντικείμενο από περιττό βάρος
  4. απομακρύνω χαλίκια από επιφάνεια.

Ετυμολογία

< ξε- [πρόθημα] + σαβουρώνω + -μα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεσαβουρώνω και ξεσαβουριάζω», σ. 591. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεσαβουρωνω-και-ξεσαβουριαζω/