navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φασίνα

φασίνα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (ναυτ.) α) η καθαριότητα του πλοίου από τους ναύτες, β) κατραμωμένο ύφασμα που τυλίγεται γύρω από χονδρό σκοινί για να μη φθείρεται αυτό από την τριβή
  2. (γενικότ.) γενική καθαριότητα σε οποιονδήποτε χώρο
  3. το σφουγγαρόπανο
  4. (μτφ.) άνθρωπος τιποτένιος, αχρείος.

Ετυμολογία

< ιταλ. fascina [= δεμάτι από ξερά κλαδιά ή ρίζες κατάλληλα για προσάναμμα] < λατιν. fascina [= δέσμη ράβδων] < fascis [= δέσμη].

Παράγωγα

φασινάρω > φασινάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φασίνα», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φασινα/