φασίνα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (ναυτ.) α) η καθαριότητα του πλοίου από τους ναύτες, β) κατραμωμένο ύφασμα που τυλίγεται γύρω από χονδρό σκοινί για να μη φθείρεται αυτό από την τριβή
- (γενικότ.) γενική καθαριότητα σε οποιονδήποτε χώρο
- το σφουγγαρόπανο
- (μτφ.) άνθρωπος τιποτένιος, αχρείος.
Ετυμολογία
< ιταλ. fascina [= δεμάτι από ξερά κλαδιά ή ρίζες κατάλληλα για προσάναμμα] < λατιν. fascina [= δέσμη ράβδων] < fascis [= δέσμη].
Παράγωγα
φασινάρω > φασινάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φασίνα», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φασινα/