καραβοφάναρο
το, ουσ.
- (ναυτ.) πλωτός φάρος, πλοίο που αγκυροβολεί σε συγκεκριμένα σημεία και φέρει στο κατάστρωμά του φάρο, φωτοσημαντήρα, συνών. φαρόπλοιο, πυρσωρίδα
- (μτφ.) το ακινητοποιημένο σκάφος λόγω βλάβης μεσοπέλαγα.
Ετυμολογία
< καράβ(ι) -ο- + φανάρ(ι) -ο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραβοφάναρο», σσ. 405-406. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβοφαναρο/