εσχαρέας
ο, ουσ.
(ναυτ.) ναύτης ή υπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού που εκτελεί χρέη μαγείρου του πληρώματος, ειδικότερα στο στρατό ξηράς, ο οποιοσδήποτε από τη μονάδα που θα εκτελέσει τα καθήκοντα του μαγείρου, (αρχ.) ο μάγειρας του πλοίου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐσχαρεύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εσχαρέας», σ. 311. https://navalhistory.gr/lexiko/εσχαρεασ/