ερέτης
ο, ουσ.
(ναυτ.) ο κωπηλάτης, «Οἱ κατώτατοι ἐρέται ἐκαλοῦντο θαλάμιοι, οἱ μέσοι ζυγῖται, καὶ οἱ ἀνώτατοι θρανῖται».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐρέτης [πληθ. μετωνυμικώς: οἱ ἐρέται = τα κουπιά] < ἐρέσσω [= 1. (μετβ.) σπεύδω τραβώντας κουπί, 2. κινώ γρήγορα, 3. (παθ. φ.) κωπηλατώ και διέρχομαι τη θάλασσα, L&Sc].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ερέτης», σ. 308. https://navalhistory.gr/lexiko/ερετησ/