οργιά
Και: οργυιά
η, ουσ.
- (μαθημ.) μονάδα μήκους ίση με την απόσταση των χεριών ενός ενήλικα όταν αυτά είναι τεντωμένα στα πλάγια [ανθρωπομετρική μονάδα μήκους]
- (ναυτ.) αγγλική μονάδα μήκους που αντιστοιχεί σε δύο γιάρδες, δηλ. 1,83 μέτρα, χρησιμοποιείται κυρίως για τη μέτρηση του βάθους της θάλασσας, (βαθυμετρία).
Ετυμολογία
< αρχ. ὄργυια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οργιά και οργυιά», σ. 610. https://navalhistory.gr/lexiko/οργια-και-οργυια/