navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλάρω

καλάρω

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) α) λύνω ή χαλαρώνω τα σχοινιά των πανιών σε ιστιοφόρο σκάφος με σκοπό την ελάττωση ή το σταμάτημα της ταχύτητας, συνών. μαϊνάρω, κατεβάζω, χαμηλώνω, β) ρίχνω ή απλώνω τα δίχτυα, γ) ανοίγομαι στη θάλασσα, δ) έχω βύθισμα, ε) μαζεύω τα πανιά
  2. πείθω κάποιον, τον καταφέρνω.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < βενετ. calar [= αφήνω να πέσουν τα πανιά, ενν. στο ιστιοφόρο σκάφος] < μτγν. λατιν. calare < αρχ. χαλάω, -ῶ [= χαλαρώνω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλάρω», σσ. 390-391. https://navalhistory.gr/lexiko/καλαρω/