navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιπλέω

επιπλέω

ρ. [μετβ.]

  1. πλέω στην επιφάνεια ενός υγρού
  2. (μτφ.) καταφέρνω να αναδειχθώ υποσκελίζοντας κάποιους άλλους
  3. (μτφ.) καταφέρνω να διασωθώ από κάποιον κίνδυνο
  4. (ναυτ.) πλέω εναντίον εχθρικού πλοίου ή πίσω από άλλο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιπλέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιπλέω», σ. 294. https://navalhistory.gr/lexiko/επιπλεω/