λαίφος
το, ουσ. [γεν. λαίφεος]
- κουρελόπανο, ευτελές κουρελιασμένο ρούχο, κουρέλι
- τομάρι, δέρμα
- (ναυτ.) τριγωνικό ή τραπεζοειδές ιστίο [= πανί] στις λέμβους [παλαιότερα από καραβόπανο], με ειδική ραφή στο κέντρο ώστε να πέφτει το σκάφος απαλά στα κύματα, συνών. φλίσι, φλέσι, (φρ.) «λαίφος ακατίου / επιδρόμου / μεγάλου ιστού».
Ετυμολογία
< αρχ. λαῖφος, γεν. -εος,
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαίφος», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαιφοσ/