navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαίφος

λαίφος

το, ουσ. [γεν. λαίφεος]

  1. κουρελόπανο, ευτελές κουρελιασμένο ρούχο, κουρέλι
  2. τομάρι, δέρμα
  3. (ναυτ.) τριγωνικό ή τραπεζοειδές ιστίο [= πανί] στις λέμβους [παλαιότερα από καραβόπανο], με ειδική ραφή στο κέντρο ώστε να πέφτει το σκάφος απαλά στα κύματα, συνών. φλίσι, φλέσι, (φρ.) «λαίφος ακατίου / επιδρόμου / μεγάλου ιστού».

Ετυμολογία

< αρχ. λαῖφος, γεν. -εος,

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαίφος», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαιφοσ/