κουρρέντι
το, ουσ.
(ναυτ.) θαλάσσιο ρεύμα.
Ετυμολογία
< ιταλ. corrente.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουρρέντι», σ. 455. https://navalhistory.gr/lexiko/κουρρεντι/
Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κουρρέντι
το, ουσ.
(ναυτ.) θαλάσσιο ρεύμα.
< ιταλ. corrente.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουρρέντι», σ. 455. https://navalhistory.gr/lexiko/κουρρεντι/