navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσιμάρω

τσιμάρω

ρ. [μετβ.]

(ναυτ.) α) γυρίζω την πλώρη του σκάφους με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να μην είναι προς την κατεύθυνση του ανέμου, ή β) κόβω τις άκρες, περιορίζω το μήκος κάποιου αντικειμένου.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. cimare [= κλαδεύω, ξυρίζω] < cima [= κορυφή, άκρη] < λατιν. cima/cyma [= κύημα, νεαρός βλαστός] < αρχ. κῦμα.

Παράγωγα

τσιμάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμάρω», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμαρω/