navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατάστρωμα

κατάστρωμα

το, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) το επίστρωμα, δηλ. το δάπεδο που καλύπτει το κύτος του πλοίου, και που κατασκευαστικά μπορεί να είναι ξύλινο ή μεταλλικό, συνών. κουβέρτα, β) (ειδικότ.) η κατώτερη [δηλ. η τρίτη - Γ- ] ταξιδιωτική θέση στο πλοίο, γ) η ανώτερη επιφάνεια τών αεροπλανοφόρων [ο αεροδιάδρομος] που χρησιμεύει για την απονήωση και την προσνήωση των αεροπλάνων, δ) (φρ.) «κατάστρωμα επιβατών / αγκυρών / γέφυρας / ελαφριάς κατασκευής / αξάλων / επιστέγου / θαλάμων / λέμβων / λεβήτων / μεσοστέγου / μεσοφράγματος / περιπάτου / προστέγου / σκιάσεως / στεγανών / φορτίου / χαβούζας», «ανώτατο / θωρηκτό / καμπυλωτό / κατώτατο / κύριο / κυρτό / προστατευτικό / μερικό πρυμναίο / μερικό ανυψωμένου / μεσαίο / ξύλινο / πρυμναίο [ή κάσσαρο ή πούπι] / πρωραίο / μεταλλικό / χαλύβδινο κατάστρωμα», «αντλία / αξιωματικός / αρμός / γερανός / δόκιμος / ελάσματα / ελαστικός σωλήνας / εξαρτήματα / επηγκενίδες / επιβάτης / επικάλυμμα / εργάτης / θαλαμηπόλος / ημερολόγιο / καμπυλότητα / μηχανικός / μηχανήματα / ναύτης / πιστοποιητικό φορτίου / πλήρωμα / πλύση / ραφή / στερέωση / σχεδιάγραμμα / υποστηρίγματα / ύψος / πλάτος / μήκος καταστρώματος»,
  2. το τμήμα του δρόμου που είναι στρωμένο με ασφαλτόστρωμα, χαλίκια, σκύρα, πλάκες πέτρινες, κυβόλιθους ή άλλα τεχνικά μέσα και το οποίο προορίζεται για την κίνηση των τροχοφόρων, οδόστρωμα.

Ετυμολογία

< αρχ. κατάστρωμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάστρωμα», σ. 420. https://navalhistory.gr/lexiko/καταστρωμα/