navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έδρα

έδρα

η, ουσ.

  1. αντικείμενο πάνω στο οποίο κάθεται κανείς, συνών. θρόνος, κάθισμα, πολυθρόνα, καρέκλα
  2. βάθρο πάνω στο οποίο τοποθετείται βήμα ομιλητή ή γραφείο με κάθισμα για τον δάσκαλο
  3. α) τόπος μόνιμης διαμονής, β) κτηριακή υποδομή οργανώσεων, συλλόγων, φορέων, ιδρυμάτων κ.λπ. γ) σταθερό σημείο αναφοράς
  4. (διοίκ.) θέση ή αξίωμα καθηγητή σε πανεπιστήμιο, ακαδημία ή κάποιο άλλο ίδρυμα
  5. (ανατ.) ο δακτύλιος στο εξωτερικό άκρο του παχέος εντέρου, συνών. οπίσθια, πρωκτός
  6. (μαθημ.) πλευρά επίπεδων γεωμετρικών σχημάτων
  7. (φρ.) «Αγία Έδρα», το κρατίδιο του Βατικανού
  8. (αθλητ.) οι γηπεδικές εγκαταστάσεις μιας ομάδας
  9. (ναυτ.) έλασμα [= τμήμα μετάλλου με πεπλατυσμένη μορφή] που λειτουργεί ως βάση πάνω στην οποία συνδέεται ο νομέας», (φρ.) «έδρα λέβητα / νομέα / μέγιστου – μέσου νομέα / ξύλινου νομέα / σιδερένιου νομέα».

Ετυμολογία

< αρχ. ἕδρα.

Παράγωγα

εδράζω, εδραίος, εδραιώ, εδραιώνω. Τα δεκατέσσερα παιδιά. (Αφιερωμένο στον άγνωστο Δάσκαλο) Ἔμπαινες στὸ σχολειὸ κ᾿ ὅπως τ᾿ ἀντίκριζες μοιραζόταν σὲ δεκατέσσερα χαμόγελα τὸ πρόσωπό σου. Θυμόσουν πὼς ἡ ἀγκάλη σου ἦταν μισὴ κι ἀνεβαίνοντας πάνω στὴν ἕδρα σου ἄνοιγες τὴ λύπη σου καὶ τὰ σκέπαζες ὅπως ὁ οὐρανὸς σκεπάζει τὴ γῆ. Νικηφόρος Βρεττάκος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδρα», σσ. 244-245. https://navalhistory.gr/lexiko/εδρα/