έδρα
η, ουσ.
- αντικείμενο πάνω στο οποίο κάθεται κανείς, συνών. θρόνος, κάθισμα, πολυθρόνα, καρέκλα
- βάθρο πάνω στο οποίο τοποθετείται βήμα ομιλητή ή γραφείο με κάθισμα για τον δάσκαλο
- α) τόπος μόνιμης διαμονής, β) κτηριακή υποδομή οργανώσεων, συλλόγων, φορέων, ιδρυμάτων κ.λπ. γ) σταθερό σημείο αναφοράς
- (διοίκ.) θέση ή αξίωμα καθηγητή σε πανεπιστήμιο, ακαδημία ή κάποιο άλλο ίδρυμα
- (ανατ.) ο δακτύλιος στο εξωτερικό άκρο του παχέος εντέρου, συνών. οπίσθια, πρωκτός
- (μαθημ.) πλευρά επίπεδων γεωμετρικών σχημάτων
- (φρ.) «Αγία Έδρα», το κρατίδιο του Βατικανού
- (αθλητ.) οι γηπεδικές εγκαταστάσεις μιας ομάδας
- (ναυτ.) έλασμα [= τμήμα μετάλλου με πεπλατυσμένη μορφή] που λειτουργεί ως βάση πάνω στην οποία συνδέεται ο νομέας», (φρ.) «έδρα λέβητα / νομέα / μέγιστου – μέσου νομέα / ξύλινου νομέα / σιδερένιου νομέα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἕδρα.
Παράγωγα
εδράζω, εδραίος, εδραιώ, εδραιώνω. Τα δεκατέσσερα παιδιά. (Αφιερωμένο στον άγνωστο Δάσκαλο) Ἔμπαινες στὸ σχολειὸ κ᾿ ὅπως τ᾿ ἀντίκριζες μοιραζόταν σὲ δεκατέσσερα χαμόγελα τὸ πρόσωπό σου. Θυμόσουν πὼς ἡ ἀγκάλη σου ἦταν μισὴ κι ἀνεβαίνοντας πάνω στὴν ἕδρα σου ἄνοιγες τὴ λύπη σου καὶ τὰ σκέπαζες ὅπως ὁ οὐρανὸς σκεπάζει τὴ γῆ. Νικηφόρος Βρεττάκος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έδρα», σσ. 244-245. https://navalhistory.gr/lexiko/εδρα/