μύομμα
Και: μυόμμα
το, ουσ.
(ναυτ.) δακτύλιος από σχοινί που δένεται στις άκρες άλλων σχοινιών για χειραγώγησή τους κατά τη διάρκεια της ιστιοφορίας.
Ετυμολογία
< αρχ. μῦς + [αρχ.] ὄμμα [= μάτι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μύομμα και μυόμμα», σ. 556. https://navalhistory.gr/lexiko/μυομμα-και-μυομμα/