navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επίσπευση

επίσπευση

η, ουσ.

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισπεύδω [δες λ.], επιτάχυνση, αντών. επιβράδυνση
  2. (ναυτ.) η λέξη επίσπευση μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα μπόνους πληρωτέο στον φορτωτή ή στον παραλήπτη εάν χρησιμοποιηθεί λιγότερος χρόνος από αυτόν που ορίζει το ναυλοσύμφωνο κι είναι πληρωτέο με βάση τις εργατοώρες ή τον χρόνο των σταλιών που εξοικονομήθηκε.

Ετυμολογία

< μσν. επίσπευσις < επισπευ- (επισπεύδω) -σις > -ση, αγγλ. despatch / dispatch.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσπευση», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επισπευση/