επίσπευση
η, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επισπεύδω [δες λ.], επιτάχυνση, αντών. επιβράδυνση
- (ναυτ.) η λέξη επίσπευση μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα μπόνους πληρωτέο στον φορτωτή ή στον παραλήπτη εάν χρησιμοποιηθεί λιγότερος χρόνος από αυτόν που ορίζει το ναυλοσύμφωνο κι είναι πληρωτέο με βάση τις εργατοώρες ή τον χρόνο των σταλιών που εξοικονομήθηκε.
Ετυμολογία
< μσν. επίσπευσις < επισπευ- (επισπεύδω) -σις > -ση, αγγλ. despatch / dispatch.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσπευση», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επισπευση/