ντούζικος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει λοξοδρομήσεις, ευθύς, ευθύγραμμος, ίσιος
- (ναυτ.) ο άνεμος εκείνος που δεν είναι ούτε πολύ έντονος, ούτε πολύ χαμηλός, αλλά παραμένει σε μέτρια ένταση και σταθερός, στρωτός, ομαλός άνεμος
- [το ουδ. ως ουσ.] (ποτ.) η δυνατή ρακή.
Ετυμολογία
< τουρκ. duz [= ευθύς, ίσιος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντούζικος», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουζικοσ/