navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπαλκόνι

μπαλκόνι

το, ουσ.

  1. (αρχιτ.) εξωτερική προέκταση του ορόφου ενός κτιρίου, συνήθως, περιφραγμένη με κάγκελα και πόρτα για επικοινωνία με το εσωτερικό του χώρου
  2. (μτφ.) σημείο με πανοραμική θέα
  3. (ναυτ.) εξώστης υπερκατασκευής [πρόσθετων ορόφων επί του καταστρώματος] σε σκάφος.

Ετυμολογία

< ιταλ. balcone.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλκόνι», σ. 541. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλκονι/