μπαλκόνι
το, ουσ.
- (αρχιτ.) εξωτερική προέκταση του ορόφου ενός κτιρίου, συνήθως, περιφραγμένη με κάγκελα και πόρτα για επικοινωνία με το εσωτερικό του χώρου
- (μτφ.) σημείο με πανοραμική θέα
- (ναυτ.) εξώστης υπερκατασκευής [πρόσθετων ορόφων επί του καταστρώματος] σε σκάφος.
Ετυμολογία
< ιταλ. balcone.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαλκόνι», σ. 541. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαλκονι/