πορεία
η, ουσ.
- βάδιση περπάτημα
- η οδοιπορία, η διαδρομή ως αποτέλεσμα της βάδισης εκείνου που προχωράει
- (στρατ.) η οργανωμένη σε φάλαγγες μετακίνηση στρατευμάτων προς καθορισμένη περιοχή
- (ναυτ.) α) η κατεύθυνση που ακολουθεί το πλοίο για να πλεύσει σε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, β) η διεύθυνση την οποία έχει η πρώρα του σκάφους κάθε χρονική στιγμή, συνών. πλεύση, ρότα, (φρ.) «μαγνητική πορεία», γωνία μεταξύ του μαγνητικού βορρά και της γραμμής πλώρης ή ιθύνουσας γραμμής, και «πορεία πυξίδας», γωνία μεταξύ του βορρά πυξίδας και της γραμμής πλώρης, «αληθής πορεία», γωνία μεταξύ αληθούς βορρά και της γραμμής πλώρης, «πορεία σκάφους», είναι η στροφή ιστιοφόρου σε άλλη κατεύθυνση με την πλώρη κόντρα στον άνεμο, «πορεία κυκλώνα / λαίλαπα», «σταθερή / σύνθετη / ευθεία πορεία»,
- η διεύθυνση που παίρνει ένα αντικείμενο όταν ρίχνεται
- η τροχιά που διαγράφει ένα ουράνιο σώμα
- (μτφ.) η σταδιακή μεταβολή μιας κατάστασης ή θέσης
- πλήθος διαδηλωτών που διεκδικεί την επίλυση των προβλημάτων του, φρ.) «φύλλο πορείας», στρατιωτικό έγγραφο για μετακίνηση στρατιωτικού.
Ετυμολογία
< αρχ. πορεία (< πορεύω).
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορεία», σ. 686. https://navalhistory.gr/lexiko/πορεια/