navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γραντί

γραντί

το, ουσ.

(ναυτ.)

  1. α) σχοινί ιστιοφόρου σκάφους που είναι σταθεροποιημένο και τεντωμένο για να ασφαλίζουν επάνω του τα τριγωνικά πανιά, οι άλλες δύο ελεύθερες πλευρές των πανιών ονομάζονται αετός και ποδιά, ή β) σκοινί ραμμένο περιμετρικά στα πανιά των ιστιοφόρων για την ενίσχυσή τους, συνών. λώμα
  2. [πληθ.] γραντιά, σχοινιά διχτυού στο ένα από τα οποία βρίσκονται οι φελλοί και στο άλλο τα μολύβια.

Ετυμολογία

< βενετ. gradin.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραντί», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραντι/