γραντί
το, ουσ.
(ναυτ.)
- α) σχοινί ιστιοφόρου σκάφους που είναι σταθεροποιημένο και τεντωμένο για να ασφαλίζουν επάνω του τα τριγωνικά πανιά, οι άλλες δύο ελεύθερες πλευρές των πανιών ονομάζονται αετός και ποδιά, ή β) σκοινί ραμμένο περιμετρικά στα πανιά των ιστιοφόρων για την ενίσχυσή τους, συνών. λώμα
- [πληθ.] γραντιά, σχοινιά διχτυού στο ένα από τα οποία βρίσκονται οι φελλοί και στο άλλο τα μολύβια.
Ετυμολογία
< βενετ. gradin.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραντί», σ. 192. https://navalhistory.gr/lexiko/γραντι/