στρεπτή
η, ουσ.
(ναυτ.) πρόχειρη διπλή και στριφτή θηλιά [μπεντένι] που την εφαρμόζουμε για να σηκώσουμε, συνήθως, ένα βάρος με γάντζο.
Ετυμολογία
< αρχ. στρεπτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στρεπτή», σ. 793. https://navalhistory.gr/lexiko/στρεπτη/