navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στιμάρω

στιμάρω

ρ. [μετβ.]

  1. λογαριάζω, υπολογίζω
  2. (μτφ.) εκτιμώ, υπολήπτομαι
  3. (ναυτ.) καθορίζω τη θέση και την ταχύτητα του πλοίου.

Ετυμολογία

< ιταλ. stimare [= εκτιμώ, υπολογίζω] < stima [= εκτίμηση].

Παράγωγα

στιμάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στιμάρω», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στιμαρω/