στιμάρω
ρ. [μετβ.]
- λογαριάζω, υπολογίζω
- (μτφ.) εκτιμώ, υπολήπτομαι
- (ναυτ.) καθορίζω τη θέση και την ταχύτητα του πλοίου.
Ετυμολογία
< ιταλ. stimare [= εκτιμώ, υπολογίζω] < stima [= εκτίμηση].
Παράγωγα
στιμάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στιμάρω», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στιμαρω/