παρακύλισμα
Και: παρακύλημα
το, ουσ.
- Ναυτικοί όροι
- από το 1887
- (ναυτ.) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παρακυλώ, η διατοίχηση ή ο διατοιχισμός, δηλ. η ταλάντευση του πλοίου που οφείλεται σε τρικυμιώδεις καταστάσεις, συνών. μπότζι, παράδαρμα, κλυδωνισμός, κλυδασμός, αντών. ευστάθεια, σταθερότητα
- κύλισμα, βούτηγμα μέσα σε κάτι με περιστροφικές κινήσεις.
Ετυμολογία
< παρακυλώ + [κατάλ.] -ισμα. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Ακρόπολις.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρακύλισμα και παρακύλημα», σ. 630. https://navalhistory.gr/lexiko/παρακυλισμα-και-παρακυλημα/