navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ουραγία

ουραγία

η, ουσ.

  1. (στρατ.) μονάδα οπλιτών που βρίσκεται στο τέλος της φάλαγγας, οπισθοφυλακή
  2. (ναυτ.) η οπισθοφυλακή ναυτικής δύναμης.

Ετυμολογία

< αρχ. οὐραγία [= ὀπισθοφυλακία] < οὐραγός < οὐρά + -αγός < ἄγω [= (μετβ.) οδηγώ ή μεταφέρω, κουβαλώ, κομίζω, φέρνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουραγία», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουραγια/