μαρίνα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
(ναυτ.) μικρό λιμάνι [λιμενίσκος] που διαθέτει εγκαταστάσεις ασφαλούς λιμενισμού, για την εξυπηρέτηση σκαφών αναψυχής μικρών διαστάσεων και περιορισμένου εκτοπίσματος.
Ετυμολογία
< αγγλ. marina, ή
ή < ιταλ. marina < θηλ. του επιθ. marino [= θαλάσσιος] < λατιν. marinus < mare [= θάλασσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαρίνα», σσ. 502-503. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρινα/