σαμπάν(γκ)
το, άκλ. ουσ.

(ναυτ.) παραδοσιακό αλιευτικό πλοιάριο στις θάλασσες της Νότιας Κίνας, που κινείται με πανιά ή με κουπιά, με επίπεδη καρίνα και ψάθινη καλύβα στη μέση, χρήσιμο και σαν κατοικία.
Ετυμολογία
< αγγλ. sampan < κινέζ. sàambáan < sān [= τρία] + pǎn [= σανίδα, κατάστρωμα πλοίου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαμπάν(γκ)», σ. 744. https://navalhistory.gr/lexiko/σαμπανγκ/