navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρουμπί

ρουμπί

το, ουσ.

  1. κουρέλι ή άχρηστο ρούχο
  2. (ναυτ.) απότομη περιστροφή του ιστιοφόρου σκάφους, με σκοπό την επαναφορά του στη γραμμή πλεύσης, υποστροφή.

Ετυμολογία

< βενετ. rubin.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρουμπί», σ. 735. https://navalhistory.gr/lexiko/ρουμπι/