ρουμπί
το, ουσ.
- κουρέλι ή άχρηστο ρούχο
- (ναυτ.) απότομη περιστροφή του ιστιοφόρου σκάφους, με σκοπό την επαναφορά του στη γραμμή πλεύσης, υποστροφή.
Ετυμολογία
< βενετ. rubin.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρουμπί», σ. 735. https://navalhistory.gr/lexiko/ρουμπι/