αϊνάς
ο, ουσ.
(ναυτ.) το επάνω επίπεδο μέρος της πρύμνης του πλοίου, συνών. καθρέφτης, άβακας, αντών. κοράκι.
Ετυμολογία
< τουρκ. ayna [= καθρέφτης] < περσ. ayina.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αϊνάς», σ. 52. https://navalhistory.gr/lexiko/αινασ/