πλοιοκτήτης
ο, πλοιοκτήτρια, η, ουσ.
(ναυτ.) ο ιδιοκτήτης πλοίου ή πλοίων, ο εφοπλιστής [δες λ.], παλαιότερα ο καραβοκύρης.
Ετυμολογία
< αρχ. πλοῖ(ον) -ο- + -κτήτης, κτήσις < (αρχ.) κτῶμαι, κτάομαι, Ιων. τ. κτέομαι [= 1. α) προμηθεύομαι για τον εαυτό μου, αποκτώ, κερδίζω, κατέχω, σε Όμηρ. β) κερδίζω την εύνοια, σε Σοφ. γ) επιφέρω, επισύρω, υφίσταμαι, προκαλώ, Ευρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοιοκτήτης», σ. 677. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοιοκτητησ/